του Θεόδωρου Παχίδη*

Παράπονα… παράπονα… μόνο παράπονα μπορεί κανείς να ακούσει από μια μερίδα ξενοδόχων (και άλλων επαγγελματιών που ασχολούνται με τον τουρισμό) για την υποδομή αυτής της βιομηχανίας στη χώρα μας. Ίσως και να μην έχουν πολύ άδικο, αλλά από την άλλη μεριά, καμία υποδομή δεν μπορεί να “τραβήξει από το αυτί τον πελάτη και να τον φέρει έξω από την πόρτα μας”, όταν εμείς από μόνοι μας δεν κάνουμε τίποτα απολύτως για να τον ελκύσουμε. Παράλληλα, σκέφτομαι εκείνους τους ξενοδόχους που έχουν συνειδητοποιήσει ότι κέρδη θα έχουν μόνο αν ο πελάτης είναι -αρκετά- ευχαριστημένος. Αυτοί οι επαγγελματίες φροντίζουν εκτός από την αξιόλογη και ολοκληρωμένη διαφημιστική προβολή τους, να επενδύσουν στην αναβάθμιση των χώρων τους, στη βελτίωση των υπηρεσιών τους και στην εκπαίδευση του προσωπικού τους. Γνωρίζουν επίσης, ότι για να καρπωθούν τους κόπους κάθε τέτοιας αναβάθμισης της προσφερόμενης ποιότητας, θα πρέπει να χρεώσουν με βάση τα πραγματικά κόστη και όχι βάζοντας αδικαιολόγητα “καπέλα βιτρίνας”.

Διότι τα τελευταία έτη, ο -καλός- πελάτης είναι όλο και περισσότερο “ψαγμένος”. Γνωρίζει πλέον πώς να δώσει “μεγαλύτερη αξία στα χρήματά του” (Best Value for Money). Και δεν πρόκειται να έλθει σε εμάς εφ’όσον μπορεί πολύ εύκολα με τα ίδια χρήματα να έχει τις ίδιες ή και ποιοτικότερες υπηρεσίες αλλού. Διότι, όπως και να το κάνουμε υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ των λέξεων “διακοπές” και “αναψυχή”, όπως επίσης και μεταξύ της “ικανοποίησης” και της “απόλαυσης”.

Και είναι πλέον πολύ εύκολο γι’ αυτόν να συγκρίνει και να βρει καλύτερες προτάσεις. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα τους λόγους που αυξάνονται κάθε έτος οι κρατήσεις μέσω internet, ή την εμφάνιση εναλλακτικών μορφών ποιοτικού τουρισμού (π.χ. αισθητικής/spa, γευσιγνωσίας, οινολογίας, κλπ), ή γιατί γίνεται ολοένα και δημοφιλέστερος ο συνεδριακός τουρισμός. Οι Έλληνες ξενοδόχοι πρέπει να ξεφύγουν από τη λογική άλλων δεκαετιών του “μαζικού” τουρισμού των κατώτερων εισοδημάτων (και που συχνότατα δημιουργούν και προβλήματα στην εικόνα της χώρας μας) και να τον παραχωρήσουν συνειδητά και με ανακούφιση σε άλλες -γείτονες ή μη- χώρες.

Αναγνωρίζοντας βέβαια ότι η οικονομική ελίτ πάντα θα ανήκει σε εξωτικότερους προορισμούς, οι Έλληνες επαγγελματίες θα πρέπει να προσανατολιστούν στην ανώτερη μερίδα του μέσου ευρωπαϊκού εισοδήματος. Δηλαδή στους τουρίστες εκείνους που είναι ίσως περισσότερο απαιτητικοί, προσφέρουν όμως ως αντίβαρα και το μεγαλύτερο πραγματικό κέρδος αλλά και την πελατειακή σταθερότητα που τόσο πολύ χρειάζεται η τουριστική βιομηχανία μας.

 

(*) Θεόδωρος Παχίδης: Πρόεδρος & Δ/ντα Συμβούλου της Sanitec ABEE

(HotelDesign.gr, 2006)