Τουρισμός: Πόσο βαριά μάς πέφτει η «βαριά βιομηχανία» της χώρας;
του Γιάννης Μπαλαμπανίδης, www.tovima.gr*
Έχει χάσει το ελληνικό καλοκαίρι την αθωότητά του; Τι δείχνουν τα ευρήματα έρευνας, που διενήργησε η Metron Analysis, για τη «βαριά βιομηχανία» της χώρας

Αν γυρίζαμε τον χρόνο, στην πρώτη περίοδο της οικονομικής κρίσης, θα εντοπίζαμε μια μεγάλη συζήτηση για το πώς θα μπορούσε η χώρα μας να διαμορφώσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, ξεφεύγοντας από τη «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού. Για την Ελλάδα, ο τουρισμός αποτελεί μια διεθνώς ανταγωνιστική δραστηριότητα που συμβάλλει καθοριστικά στην εθνική οικονομία και στην εξωστρέφειά της. Ταυτόχρονα όμως είναι «ευάλωτος» σε διεθνείς αναταράξεις, όπως οι πολεμικές συγκρούσεις ή κρίσεις σαν την πανδημία που ουσιαστικά εκμηδένισε την τουριστική κίνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν εύλογα ζητούμενο ένα αναπτυξιακό μοντέλο που χωρίς να αναιρεί την τουριστική ατμομηχανή, θα μπορούσε να αναπτύσσει πλάι και σε ισορροπία με αυτήν και άλλες δυναμικές δραστηριότητες.
Η συζήτηση αυτή μοιάζει να έκανε έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό της. Στα χρόνια της κρίσης και μέχρι σήμερα ο τουρισμός όχι απλώς παρέμεινε κινητήριος δύναμη της οικονομίας αλλά σημείωσε σταθερή αύξηση. Ξεκίνησε, έτσι, πρόσφατα μια διαφορετική συζήτηση, αυτή τη φορά γύρω από την τουριστική επιβάρυνση της χώρας και τις συνέπειες του λεγόμενου «υπερτουρισμού», από το Airbnb στις πόλεις έως τις κρουαζιέρες στα νησιά και από την ακρίβεια ή τις εργασιακές συνθήκες έως τις συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον και τις αντοχές των υποδομών. Η συζήτηση αυτή δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αναπτύσσεται σε όλες τις μεσογειακές χώρες. Τι πιστεύουμε, όμως, τελικά για τον τουρισμό και τον υπερτουρισμό;
Το αφετηριακό ερώτημα είναι εάν ο τουρισμός θεωρείται περισσότερο επωφελής ή περισσότερο βλαπτικός για τη χώρα. Εδώ, η απάντηση είναι σαφώς θετική, καθώς το 74% θεωρεί ότι μάλλον ωφελεί παρά βλάπτει (τη δεύτερη άποψη συμμερίζεται ένα μικρό αλλά όχι ευκαταφρόνητο 14%). Μάλιστα, η θετική αξιολόγηση του τουρισμού φαίνεται να ενισχύεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, από την Gen X και πάνω, και να είναι διαχρονικά εμπεδωμένη.
Από εκεί και πέρα, η εικόνα αρχίζει να παρουσιάζει αποχρώσεις. Εάν ο τουρισμός γενικά θεωρείται επωφελής, δε φαίνεται να είμαστε εξίσου σίγουροι για τα όρια της «φέρουσας ικανότητας» της χώρας – αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε κάπως καταχρηστικά τον όρο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι απόψεις είναι μοιρασμένες: ένα 36% πιστεύει ότι οι τουρίστες που έρχονται σήμερα στη χώρα είναι περισσότεροι από όσους αντέχουν οι υποδομές μας, και ένα άλλο 36% θεωρεί, αντιθέτως, ότι «χωρούν» ακόμη περισσότεροι – ενώ υπάρχει και ένα 26% που πιστεύει ότι βρισκόμαστε στο όριο της ικανότητας φιλοξενίας. Θα είχε ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε διαχρονικά αυτούς τους δείκτες αντίληψης, προκειμένου να δούμε πώς θα διαμορφώνονται στο μέλλον και σε συνάρτηση με την εξέλιξη του όγκου αφίξεων στη χώρα. Προς το παρόν, έχει ενδιαφέρον ότι περιοχές όπως η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, που ήδη υποδέχονται μεγάλο μέρος των τουριστών, μοιάζει να συμμερίζονται περισσότερο την άποψη ότι μπορούμε να φιλοξενήσουμε και άλλους επισκέπτες – ενώ από την άλλη, οι νεότερες γενιές (Gen Z και Millennials) μοιάζουν πιο επιφυλακτικές.
Έχει χάσει, άραγε, το ελληνικό καλοκαίρι την αθωότητά του; Τα παραπάνω ευρήματα δε δίνουν αναγκαστικά μια απάντηση, ωστόσο τροφοδοτούν το ερώτημα εάν καλούμαστε να βρούμε μια νέα ισορροπία που θα επιτρέπει στη χώρα να καρπώνεται τα οφέλη των επισκεπτών και της εξωστρέφειας χωρίς να παραδίδεται, όπως λέει ο στίχος, «στου τουρισμού την ανοχή».
Ο κ. Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός αναλυτής, επικεφαλής πολιτικής και κοινωνικής έρευνας Metron Analysis.
ΠΗΓΗ: www.tovima.gr





