ΑνδρεαδηςΟμιλία του Προέδρου του ΣΕΤΕ, κ. Ανδρέα Α. Ανδρεάδη στην Ανοικτή Συνεδρίαση της 24ηςΑνοικτής Γενικής Συνέλευσης, Αθήνα, 12 Μαΐου 2016

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,

Αξιότιμοι Κύριοι Υπουργοί,

Αξιότιμοι Πρέσβεις, Βουλευτές,

Αγαπητά Μέλη, Κυρίες & Κύριοι,

Ένα χρόνο πριν, από αυτό το βήμα, δώσαμε την υπόσχεση ότι ο τουρισμός θα παραμείνει στη πρώτη γραμμή του μετώπου για την υποστήριξη της οικονομίας της χώρας, θα συνεχίσει να δουλεύει σκληρά για να διαφυλάξει τις θέσεις εργασίας που έχει δημιουργήσει, να υποστηρίξει τα έσοδα του κράτους, να αυξήσει την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και να αναρριχηθεί ακόμα υψηλότερα στην παγκόσμια κατάταξη της ανταγωνιστικότητας.

Και είναι τιτάνιος άθλος, το γεγονός ότι ο ελληνικός τουρισμός από το 2010, μέσα σε συνθήκες πρωτόγνωρης ύφεσης, αύξησε κατά 40% τα έσοδα που έφερε στην χώρα, έναντι πτώσης του ΑΕΠ κατά 25%. Η άμεση συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ είναι πλέον 10% και η συνολική 25%. Πολύ σημαντικό είναι ότι όλα τα χρόνια της κρίσης πέτυχε ένα από τους βασικότερους εθνικούς στόχους, αυτόν της εξωστρέφειας. Είναι ο κατ’ εξοχήν εξαγωγικός τομέας, αφού τα έσοδά του προέρχονται κατά 90% από το εξωτερικό, καλύπτοντας τουλάχιστον το 90% του ελλείμματος ισοζυγίου αγαθών της χώρας. Επίσης, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του ΙΚΑ, από το 2012 έως το 2015 ο τουρισμός προσέθεσε 43% σε όγκο απασχόλησης και 17% σε αμοιβές, όταν τα αντίστοιχα μεγέθη για όλους τους άλλους κλάδους είναι +6% και -6% αντίστοιχα. Επίσης, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία Απριλίου του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, δημιουργήθηκαν επιπλέον 90 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.

Μόνο το 2015, ο τουρισμός συνέβαλε περισσότερο από το 50% της οικονομικής δραστηριότητας και του προϊόντος σε περιοχές όπως η Κρήτη, το Νότιο Αιγαίο και τα Ιόνια νησιά.

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Το τελευταίο έτος στηρίξαμε ως τομέας αποφασιστικά, με μεγάλο κόστος, τουλάχιστον δύο φορές την Κυβέρνηση στο να κλείσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την συμφωνία με τους δανειστές, ώστε να ξεκινήσει ο αναπτυξιακός κύκλος της χώρας.

Θυμίζω την πρώτη φορά, αποδεχθήκαμε το διπλασιασμό του ΦΠΑ διαμονής από το 6,5% στο 13%, την αύξηση του ΦΠΑ της εστίασης, των μεταφορών και άλλων υπηρεσιών από το 13% στο 23% και άλλες πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις. Βασική προϋπόθεση βέβαια, ήταν η επαναφορά τους στα προηγούμενα ανταγωνιστικά επίπεδα, μόλις τα έσοδα λόγω πάταξης της φοροδιαφυγής βελτιώνονταν, όπως εξάλλου προβλεπόταν στην συμφωνία με τους δανειστές.

Τη δεύτερη φορά, όλοι οι εργοδοτικοί Κοινωνικοί Εταίροι, ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμά σας, κύριε Πρωθυπουργέ, με αντικείμενο την πρόταση σας για αύξηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. Και συμφωνήσαμε σε μία μικρή, προσωρινή αύξηση διότι, έτσι θα έκλεινε η διαπραγμάτευση και θα άλλαζε η εικόνα της χώρας, με την υλοποίηση άμεσων μέτρων σταθεροποίησης της οικονομίας και προσέλκυσης επενδύσεων. Παράλληλα, η Κυβέρνηση θα επιδείκνυε φίλο επιχειρηματικό πνεύμα και θα συγκροτούσε διαρκείς επιτροπές με τη συμμετοχή εξειδικευμένων εκπροσώπων των Υπουργείων και των Κοινωνικών Εταίρων.

Κυρίες και κύριοι,

Και τις δύο φορές κάναμε πράξη αυτό που κρίναμε σωστό τη δεδομένη στιγμή, απέναντι στη χώρα και την κοινωνία, με γνώμονα, όπως πάντα, την αποστολή μας ως Κοινωνικού Εταίρου. Δυστυχώς όμως αν και πράξαμε το επιβεβλημένο, η εικόνα δεν άλλαξε…

Ή μάλλον άλλαξε, αλλά προς το χειρότερο.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ακούμε τις  προβλέψεις της Κυβέρνησης και των δανειστών ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2016 θα έχουμε ανάπτυξη και το 2017 θα κλείσει με +2,7%. Την ίδια στιγμή όμως, γινόμαστε δέκτες προειδοποιήσεων ότι θα μπουν επιπρόσθετοι φόροι στη περίπτωση που δεν πιάσουμε ως χώρα αυτούς τους στόχους. Υπό την πίεση της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, θα αυξηθεί το κόστος στην διαμονή, στην εστίαση, στον καφέ, στα αλκοολούχα, στα εισιτήρια των μουσείων, στα καύσιμα, σε μια σειρά βασικών προϊόντων και υπηρεσιών που ακριβαίνουν το τουριστικό πακέτο. 

Θα αυξηθεί δηλαδή κατακόρυφα το – ας μου επιτραπεί η έκφραση – «καλάθι του τουρίστα». Το οποίο, ήδη σημειώνει τεράστιες απώλειες ανταγωνιστικότητας, της τάξης του 10%, λόγω των φόρων του τρίτου μνημονίου, εξανεμίζοντας ουσιαστικά το 50% της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της χώρας, λόγω εσωτερικής υποτίμησης από την αρχή των μνημονίων.

Ακούμε δε και πολλά αυτές τις ημέρες σχετικά με έναν εξωφρενικό… έναν τελείως παράλογο, «φόρο πληρότητας» για ξενοδοχεία πάνω από 2 αστέρια και ενοικιαζόμενα δωμάτια πάνω από 2 κλειδιά. Ο φόρος αυτός, που είχε πριν λίγες ημέρες το όνομα «τέλος διανυκτέρευσης», εμφανίστηκε ως «πρόταση» από το πουθενά και ως μέτρο δεν είναι παρά μία ταφόπλακα για την τουριστική επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα του τομέα.

Καταρχάς, απουσία αξιόπιστου και αποτελεσματικού δημόσιου μηχανισμού είσπραξης φόρων, είναι αδύνατον να ελεγχθεί η καθημερινή πληρότητα του 1 εκατ. δωματίων των 50 χιλιάδων καταλυμάτων της χώρας. Αυτό θα οδηγήσει σε ασυμμετρίες στην εφαρμογή του νόμου, συμπαρασύροντας προς τα κάτω τα έσοδα του ΦΠΑ διαμονής. Κατά δεύτερον, ενδέχεται να οδηγήσει σε μαζικές δηλώσεις υποβάθμισης καταλυμάτων σε χαμηλότερες κατηγορίες ή και κατάθεση των σημάτων λειτουργίας και μετάβαση στις χωρίς περιορισμό, πλέον, ελεύθερες μισθώσεις, που δεν έχουν ΦΠΑ.

Αλλά και εάν υποθέσουμε ότι θα βρεθεί ένας μαγικός τρόπος για να ελεγχθεί και να εισπραχθεί, θα αποτελέσει ένα νέο χαράτσι που θα επιβληθεί απευθείας στον τουρίστα. Γιατί καμία τουριστική επιχείρηση δεν έχει πλέον το περιθώριο να απορροφήσει, ούτε κατά διάνοια, ένα πρόσθετο τέτοιο κόστος. Και πόσοι Έλληνες θα έχουν τη δυνατότητα να το πληρώσουν και πόσοι ξένοι, οι οποίοι μόλις αντιληφθούν το πόσο αδικαιολόγητα ακριβή σε σχέση με τον ανταγωνισμό, γίνεται πλέον η Ελλάδα, θα την προσπεράσουν και θα επιλέξουν κάποιον άλλο προορισμό;

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι και εσείς κύριε Πρωθυπουργέ, αναγνωρίζετε το πόσο παράλογο και τελικά αντιπαραγωγικό είναι ένα τέτοιο μέτρο καιθα σταθείτε αλληλέγγυος στη προσπάθειά μας να στηρίξουμε εξακολουθητικά τη χώρα.

Παρακαλούμε λοιπόν να μας απαντήσετε αν κάτι τέτοιο είναι πράγματι στα σχέδια της Κυβέρνησης.

Ταυτόχρονα δε, ενώ σφίγγει και άλλο η θηλιά στη ρυθμισμένη αγορά προσφοράς τουριστικών καταλυμάτων, το Κράτος, σύμφωνα με μελέτη του ΞΕΕ, χάνει τουλάχιστον 270 εκατ. Ευρώσε φορολογικά έσοδα κατ’ έτος, από τις ανεξέλεγκτες μισθώσεις ιδιωτικών χώρων σε επισκέπτες. Και αυτό γιατί ακόμα και σήμερα δεν έχει διασφαλιστεί ένα πλαίσιο ισονομίας, φορολογικής συμμετρίας και κανόνων λειτουργίας σε σχέση με τα υπόλοιπα τουριστικά καταλύματα. Και εικάζουμε ότι δεν έχει γίνει, γιατί προφανώς είναι πιο εύκολο να φορολογηθεί αυτό που βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας και όχι αυτό που φοροδιαφεύγει. Γιατί πρέπει να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί είσπραξης. Και ξέρουμε όλοι ότι εδώ υπάρχει διαχρονικά μια σοβαρή αδυναμία. Όμως κάτι πρέπει να γίνει επιτέλους.

Και δεν είναι μόνο ο κλάδος διαμονής που ασφυκτιά. Βλέπουμε στο yachting επιβαρύνσεις που δεν υπάρχουν πουθενά στις ανταγωνίστριες χώρες. Βλέπουμε στις μαρίνες, φόρους που απομακρύνουν κάθε επίδοξο επενδυτή, βλέπουμε οριζόντιες αυξήσεις που επηρεάζουν σε υπερθετικό βαθμό τους κλάδους ενοικίασης αυτοκινήτων, μεταφορών, τουριστικών λεωφορείων, διοργάνωσης συνεδρίων, ταξιδιωτικών γραφείων, εστίασης, επιβατηγού ναυτιλίας, κάθε κρίκου της αλυσίδας του ελληνικού τουρισμού.

Για αυτό ζητάμε, κύριε Πρωθυπουργέ, τόσο καιρό να κλείσει η αξιολόγηση. Διότι όσο καθυστερεί να ολοκληρωθεί, εκ των πραγμάτων, οδηγείται η Κυβέρνηση στην επιβολή σπασμωδικών, επιπρόσθετων μέτρων.

Ταυτόχρονα δε, με όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, ο ανταγωνισμός φέτος «πετάει» ασταμάτητος.

Για μία χώρα που βρίσκεται σε κρίση, σε δεινή δημοσιονομική θέση και σε βαθιά ύφεση επτά συναπτά χρόνια, τι ορίζει το κοινό συμφέρον;

Ότι όταν έχεις ένα τέτοιο πλεονέκτημα στα χέρια σου, όπως ο Τουρισμός – ως Πολιτεία, ως κυβέρνηση, ως Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως ιδιωτικός τομέας, ως εργαζόμενος, ως απλός πολίτης – το διαφυλάσσεις ως «κόρη οφθαλμού». Το ενισχύεις και το υποστηρίζεις με όλα τα διαθέσιμα εφόδια και μέσα. Φροντίζεις να κάνεις ό,τι μπορείς, όπως μπορείς, για να θωρακίσεις αυτό που σου φέρνει έσοδα, διαχέει σε όλη την κοινωνία εισόδημα, διατηρεί και δημιουργεί απασχόληση, ενισχύει την τοπική παραγωγικότητα, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς στις τοπικές κοινωνίες, αυξάνει την κατανάλωση σε προϊόντα και υπηρεσίες άλλων τομέων – από τον πρωτογενή, μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και τις κατασκευές.

Εμείς όμως τι κάνουμε;

Κινδυνεύουμε να χάσουμε μία μοναδική θετική γεωπολιτική συγκυρία και ευκαιρία που βέβαια δεν θα κρατήσει για πάντα. Τρέχουμε να καλύψουμε τις προϋποθέσεις λειτουργίας που χρειάζονται τα νέα συστήματα που επιβάλει η διαδικασία έκδοσης βίζα με βιομετρικά χαρακτηριστικά σε αγορές που έχουν μεγάλη ζήτηση όπως αυτή της Ρωσίας. Αδυνατούμε να διαχειριστούμε άμεσα, ολιστικά και αποτελεσματικά το προσφυγικό / μεταναστευτικό ζήτημα, ενισχύοντας την αρνητική εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Όλα τα χρόνια της κρίσης δεν έχουμε φροντίσει να υλοποιήσουμε ενέργειες ενίσχυσης των περιοχών που υποδέχονται εσωτερικό τουρισμό με ενέργειες εμπλουτισμού του μειγματος.

Γιατί όμως;

Το μόνο που κάνουμε είναι να προσθέτουμε κόστος. Από τη μελέτη καταγραφής και συγκριτικής αξιολόγησης του φορολογικού πλαισίου, που πρόσφατα υλοποιήσαμε, προκύπτει πως η Ελλάδα έχει τις μεγαλύτερες φορολογικές επιβαρύνσεις και κατά συνέπεια τα περισσότερα φορολογικά αντικίνητρα για την ανάπτυξη του τουρισμού σε σχέση με τις λοιπές ανταγωνίστριες χώρες. Επιπλέον, στη Μελέτη επισημαίνεται ότι προκειμένου να αποφασίσουν να επενδύσουν στην Ελλάδα οι πιθανοί επενδυτές οφείλουν επιπρόσθετα να συνυπολογίσουν και τις αστάθειες στο φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον – ήδη επίκειται η κατάθεση στη Βουλή του 7ου φορολογικού νομοσχεδίου τα τελευταία 4 έτη – καθώς και την πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας σε αντίθεση με τις λοιπές υπό εξέταση χώρες οι οποίες παρουσιάζουν ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 4ο τρίμηνο του 2015 ο δείκτης κύκλου εργασιών στον τομέα παροχής υπηρεσιών καταλύματος και εστίασης της ΕΛΣΤΑΤ, παρουσίασε μείωση της τάξης του 8%. Το αντίστοιχο τρίμηνο του 2014 ήταν +11% και του 2013 +37%.  Η μείωση αποδίδεται κατά κύριο λόγο στη σημαντική αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την έξαρση του προσφυγικού προβλήματος και τα capital controls.

Παράλληλα η θέση της χώρας επιβαρύνεται περαιτέρω, αφού αυξάνουμε το μη μισθολογικό εργατικό κόστος το οποίο συμπαρασύρει το συνολικό κόστος εργασίας, που παραμένει και αυτό από τα υψηλότερα μεταξύ των ανταγωνιστών, ενώ ολόκληρη η αγορά λειτουργεί υπό καθεστώς μηδενικής ρευστότητας. Στην προαναφερθείσα μελέτη εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος  για μια επιχείρηση είναι περίπου το διπλό από αυτό που παίρνει ένας εργαζόμενος σαν καθαρή αμοιβή και είναι το υψηλότερο από όλους τους ανταγωνιστές. Επίσης, στις ελάχιστες περιπτώσεις που μπορεί μια επιχείρηση να βρει χρηματοδότηση, το κόστος χρήματος είναι απαγορευτικό.

Στη δημόσια συζήτηση όμως, οι αναφορές στην ανάπτυξη, παραμένουν γενικόλογες και σε επίπεδο ευχολογίου, επομένως ανώφελες. Εφόσον όλοι συμφωνούμε, πως ο μόνος τρόπος να αναστραφούν οι υφεσιακές τάσεις που προκαλούνται από την εφαρμογή της δανειακής συμφωνίας, είναι η εισροή νέων κεφαλαίων, η ανάταση της επιχειρηματικότητας μέσω αναπτυξιακών εργαλείων και η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, τότε θα έπρεπε, ήδη, να μιλάμε πάνω σε αυτές τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σε αυτές τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας.

Όμως για ποιες επενδύσεις να μιλήσουμε όταν αθροίζοντας όλα τα παραπάνω δεν βγαίνουν τα νούμερα. Για παράδειγμα, μία ενδεικτική επένδυση 10 εκατομμυρίων Ευρώ, που αφορά την αγορά γης και τη δημιουργία ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων 100 δωματίων, το οποίο κατά την λειτουργία του θα πραγματοποιεί ετήσιο κύκλο εργασιών 3 εκατ.Ευρώ, υπό τις πιο καλές προϋποθέσεις θα έχει λειτουργικά μικτά κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων 1 εκατ.Ευρώ.

Αν λοιπόν υπολογίσουμε τον επιπλέον ΦΠΑ που μπήκε, αυτόματα αυτό «μεταφράζεται» σε καταβολή επιπλέον 180.000 Ευρώ. Επίσης, αν συνυπολογίσουμε ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας από τα 10 εκατ.Ευρώ επένδυση δανείστηκε τα 5 εκατ.Ευρώ, βάζοντας άλλα 5 εκατ.Ευρώ ίδια κεφάλαια, σημαίνει ότι τα χρήματα που δανείστηκε, τα πήρε με ένα επιτόκιο τουλάχιστον 3 με 4 μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο επιτόκιο που αναλογεί για μια ίδια επένδυση στην Ισπανία. Άρα, στα 5 εκατ.Ευρώ, πρέπει ο επενδυτής στην Ελλάδα να υπολογίσει επιπλέον 200.000 Ευρώ παραπάνω λόγω επιτοκίου. Σύνολο, δηλαδή 380.000 Ευρώ. Εάν επιβληθεί και τέλος διανυκτέρευσης πρέπει να προσθέσουμε και άλλα 120.000 Ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι στη δεκαετία απόσβεσης της επένδυσης, η πρόσθετη δαπάνη ισοδυναμεί με 4 έως 5 εκατ.Ευρώ. Τι αθροίζει όλο αυτό; Ότι ο επενδυτής στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο στην Ισπανία, ξεκινά με μείον 4 έως 5 εκατ.Ευρώ, για μια επένδυση 10 εκατ. Ευρώ σε μία χώρα πολύ ασταθέστερη και με σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο δημόσιων υποδομών. Προσθέστε σε αυτό και όλα τα άλλα εμπόδια που υπάρχουν στις τουριστικές επενδύσεις, που σχετίζονται με θέματα πολεοδομίας, αρχαιολογίας, περιβαλλοντικών εγκρίσεων.

Να γιατί είναι τρομερά δύσκολο να γίνουν επενδύσεις στην Ελλάδα.

Για πιο λόγο να συμβαίνει αυτό;

Τα επτά χρόνια ύφεσης έχουν δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στον κλάδο. Τα βάρη, ακόμα και των υγιών επιχειρήσεων, έχουν πλέον συσσωρευτεί. Από πρόσφατες μελέτες φαίνεται πως το 40% των τουριστικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας. Σαφώς και δεν είναι μόνο η υπερφορολόγηση η αιτία αυτής της δύσκολης πραγματικότητας, όμως διερωτώμαι πώς θα βγουν από αυτή τη κατάσταση όταν έχουν και τη δαμόκλειο σπάθη των κόκκινων δανείων πάνω τους;

Όλα αυτά που σας αναφέρω καταγράφουν μια ωμή αλήθεια. Μια μεγάλη αντίφαση. Τα επόμενα δύο χρόνια υπάρχει υπαρκτό το ενδεχόμενο να καταγράψουμε απώλειες στον τομέα. Για φέτος η αρχική πρόβλεψη του ΣΕΤΕ ήταν θετική. Εκτιμήσαμε 1,5 εκατ. περισσότερες αφίξεις στα 25 εκατ. συν 2,5 εκατ. από κρουαζιέρα. Και έσοδα στα 15 δισ. Ευρώ, αυξημένα κατά 800 εκατ. σε σχέση με το 2015. Δυστυχώς όμως, για τους λόγους που προανέφερα, ήδη το πρώτο τετράμηνο του 2016 δείχνει σημάδια κόπωσης. Κινούμαστε στην κόψη του ξυραφιού και κινδυνεύουμε όχι μόνο να μην πετύχουμε τον νέο στόχο αλλά και να πέσουμε κάτω από τα επίπεδα του 2015. Και, πιστέψτε με, δεν κινδυνολογούμε. Οι απώλειες, βέβαια, θα φανούν σταδιακά και όχι αμέσως.

Ο τομέας λοιπόν θα σταματήσει να είναι σε θέση να φρενάρει την πτώση του ΑΕΠ ή να συμβάλλει στην αύξησή του. Άρα δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος. Άρα, θα πρέπει να ενεργοποιηθούν νέα μέτρα. Άρα, πάλι οι Έλληνες θα πληρώσουν και μάλιστα διπλά, το 2017 και το 2018, όσα οι τουρίστες δεν θα δώσουν φέτος και του χρόνου.

Αναμένουμε να σας ακούσουμε με πολύ μεγάλη προσοχή κύριε Πρωθυπουργέ για το ιδιαίτερα σημαντικό αυτό θέμα.

Κυρίες και Κύριοι,

Ξέρουμε όλοι πολύ καλά ότι το ζωτικό «κύτταρο» του ελληνικού τουρισμού είναι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοί τους. Αν χαθεί το κύτταρο θα χαθεί και η προστιθέμενη αξία του τουρισμού στη χώρα. Θα χαθεί και ο τελευταίος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας.

Για αυτό εργαζόμαστε ασταμάτητα.

Για να γίνει κατανοητό ότι ο τουρισμός είναι η μοναδική «φυσική» πηγή άμεσων και έμμεσων εσόδων που έχει απομείνει στη χώρα.

Ότι μπορεί να ηγηθεί της όποιας αναπτυξιακής πορείας χαράξετε, μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους, κύριε Πρωθυπουργέ.

Διότι πολύ απλά, συνθέτει και μπορεί να μεγιστοποιήσει όλα τα χαρακτηριστικά και εφόδια της χώρας μας: τον πρωτογενή τομέα, τον πολιτισμό,  την κατανάλωση, την τοπική κοινωνία, την εικόνα της χώρας στη διεθνή κοινότητα, την καινοτομία.

Επιτέλους, χρειαζόμαστε την ιδιωτική πρωτοβουλία, την υγιή επιχειρηματικότητα και την εξωστρέφεια να είναι το κύριο όχημα και ένα αποτελεσματικό κράτος, να θέτει τους κανόνες, να εποπτεύει την εφαρμογή τους και να αξιοποιεί στρατηγικά τη δημόσια περιουσία.

Με αποτελεσματικούς και αδιάβλητους μηχανισμούς πάταξης της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της εισφοροδιαφυγής. Με ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και συναλλαγές.

Με φορολογικό σύστημα σταθερό, αναπτυξιακό και δίκαιο, που δεν συνθλίβει τους συνεπείς φορολογούμενους και τις επιχειρήσεις και δεν θα πλήττει τους πλέον ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας μας.

Με βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και αγορά εργασίας που βασίζεται στη συναίνεση, την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των κοινωνικών εταίρων.

Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ,

Πρέπει επιτέλους, μετά από 7 χρόνια ύφεσης – για το καλό της χώρας – να δούμε την επιχειρηματικότητα να επιβραβεύεται και όχι να ενοχοποιείται και να καταδιώκεται. Πρέπει να δούμε τα πραγματικά ισοδύναμα μέτρα που θα ενισχύσουν την οικονομία. Να δούμε τους φορολογικούς συντελεστές να επιστρέφουν σε ανταγωνιστικά επίπεδα. Να ολοκληρωθεί το χωροταξικό. Να ολοκληρωθεί, επιτέλους, ο επενδυτικός νόμος, που μόλις την προηγούμενη εβδομάδα βγήκε σε διαβούλευση. Να ολοκληρωθεί όμως με όρους της αγοράς. Χωρίς πλαφόν, αδικαιολόγητους περιορισμούς και εξαιρέσεις, όπως το κείμενο το οποίο είδαμε. Με ένα ελκυστικότερο φορολογικό πλαίσιο.

Να απαλλαγούμε από τη γραφειοκρατία και από νοοτροπίες που καταρρακώνουν την αξιοπιστία μας διεθνώς. Να καταλάβουμε ότι η εξασφάλιση κονδυλίων για την προβολή της χώρας, είναι μία σοβαρή επένδυση στον τομέα που αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο του ΑΕΠ και περίπου το 20% της απασχόλησης.

Να δούμε, έστω και αυτήν την ύστατη ώρα, δράσεις και παρεμβάσεις που θα ανασύρουν την πραγματική οικονομία από τον μαρασμό και την κατάρρευση. Που θα αντισταθμίσουν την φόρο-λαίλαπα και την από-επένδυση με μία πραγματικά αναπτυξιακή ώθηση, που τόσο καιρό τώρα ακούμε από όλους, αλλά δεν τη βλέπουμε πουθενά.

Να δούμε δράσεις και παρεμβάσεις που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη μεταξύ Κράτους και αγοράς. Που θα μας διαβεβαιώσουν ότι ζητούμενο δεν είναι η ανανέωση πολιτικού χρόνου και εξουσίας, αλλά η στρατηγική, που θα μας ξαναφέρει στην επιφάνεια.

Κυρίες και κύριοι,

Από αυτό το βήμα, επαναλαμβάνω την υπόσχεση – και τη μεγάλη ευθύνη – να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε ως σύνολο.

Επαναλαμβάνω τη δέσμευση ότι ο ΣΕΤΕ θα συνεχίσει να είναι ενεργός κοινωνικός εταίρος. Θα λέει την άποψήτου ανοιχτά, δυνατά και δημοκρατικά.Θα υποστηρίζει τα συμφέροντα του συνόλου των πανελληνίων ενώσεων μελών του, των τουριστικών επιχειρήσεων και ειδικά των δεκάδων χιλιάδων μικρομεσαίων, που αποτελούν το θεμέλιο αλλά και την ελπίδα της οικονομίας μας.

Επαναλαμβάνω ότι ο τομέας αντλεί ανίκητη δύναμη από τους ίδιους τους ανθρώπους του. Για αυτό καλώ όλους εσάς τους επιχειρηματίες του τουρισμού να συνεχίσουμε ενωμένοι σαν μία γροθιά,να μη το βάλουμε κάτω.

Να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για να κρατήσουμε όρθιο τον τουρισμό μας, τη χώρα μας. Να κάνουμε το καθήκον μας, όπως κάνουμε όλα αυτά τα χρόνια. Να κάνει όμως επιτέλους και η Πολιτεία το δικό της.

Να ελπίζουμε σε μια καλύτερη μέρα.

Για να συνεχίζουμε να δουλεύουμε για μια καλύτερη μέρα!

Ευχαριστώ.

Ανδρέας Α. Ανδρεάδης

Πρόεδρος ΔΣ