της Χριστίνας Πουτέτση, tovima.gr*

Το μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους λόγω των απευθείας πωλήσεων αλλά και οι επαναλαμβανόμενοι πελάτες στρέφουν τις τουριστικές επιχειρήσεις σε σύγχρονες υπηρεσίες της αγοράς της φιλοξενίας

Θεωρείται ακόμη εξεζητημένο για τις τουριστικές επιχειρήσεις στη χώρα, καθώς οι περισσότερες διατηρούν πιο παραδοσιακές πρακτικές. Κάποιες ωστόσο έχουν αντιληφθεί ότι το ψηφιακό μάρκετινγκ αποτελεί επένδυση με στρατηγική σημασία, σταθερά αποτελέσματα και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ειδικά όταν επιθυμούν να επικοινωνούν απευθείας και να αναπτύσσουν σχέσεις με τους πελάτες τους, μεγιστοποιώντας ταυτόχρονα τα έσοδα. Την ίδια ώρα, η δυναμική του εγχώριου τομέα δημιουργεί ευκαιρίες για την ανάπτυξη νέων ελληνικών επιχειρήσεων που υποστηρίζουν σύγχρονες υπηρεσίες.

«Τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα αντιλαμβάνονται το ψηφιακό μάρκετινγκ με τον δύσκολο τρόπο, δηλαδή όταν χάνουν τη δουλειά τους». Τότε, «ψάχνοντας να βρουν τι να κάνουν, βλέπουν την ανάγκη να μπουν στον ψηφιακό κόσμο» υπογραμμίζει ο συνιδρυτής και γενικός διευθυντής της m-hospitality κ. Σταύρος Χαμπάκης.

Η πλατφόρμα guest engagement στην αγορά της φιλοξενίας στηρίζεται σε τεχνολογία αιχμής για κινητές συσκευές και web, ενώ ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια με έδρα στην Αθήνα και πλέον έχει γραφείο και στο Ντουμπάι.

Στρατηγική

Βασικό κίνητρο για τους επιχειρηματίες της φιλοξενίας που στρέφονται στο ψηφιακό μάρκετινγκ «είναι τα παραπάνω χρήματα, το μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Οταν τα ξενοδοχεία φθάνουν σε πληρότητες 100%, η μεγιστοποίηση του κέρδους έρχεται με τις απευθείας πωλήσεις. Το ποσοστό που παίρνουν οι Βooking, Expedia κ.ά. μερικές φορές ξεπερνά το 30%» εξηγεί.

Ομως, το ψηφιακό μάρκετινγκ «δεν πρέπει να το βλέπουμε ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέρος της επικοινωνιακής στρατηγικής του ξενοδοχείου» λέει ο κ. Χαμπάκης, επισημαίνοντας την ανάγκη να συμβαδίζει τόσο η ψηφιακή όσο και η φυσική εικόνα της μονάδας. «Πολλοί αποφασίζουν τι θα κάνουν με βάση τον ανταγωνισμό, αλλά δεν έχουν στρατηγική. Δεν ξέρουν γιατί». Εξάλλου, χρειάζεται ένας χρόνος ωρίμασης στην αγορά, καθώς πιο συνειδητοποιημένοι είναι «όσοι ανήκουν στη δεύτερη γενιά ξενοδόχων ή είναι επαγγελματίες ξενοδόχοι και όχι από «ατύχημα»».

Θα ξεχωρίσουν

Επίσης, αποτελεί επιλογή για όσους δραστηριοποιούνται σε ανεπτυγμένους και εξωστρεφείς προορισμούς, όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη «και λίγο η Κρήτη. Οι υπόλοιποι λειτουργούν με μια παθητική σχέση, με συμβόλαια σε tour operators και συμμετοχές σε τουριστικές εκθέσεις» συμπληρώνει.
Ο ελληνικός τουρισμός «είναι σε τροχιά ανόδου, αλλά έχουμε μια ανάπτυξη σε μια γειτονιά που καίγεται. Οταν ξαναγυρίσει αυτή η αγορά και επανέλθει ο ανταγωνισμός, οι επαναλαμβανόμενοι πελάτες θα έχουν σημασία. Τότε θα ξεχωρίσουν οι επαγγελματίες». Στην Ελλάδα «περίπου 20% από τα πεντάστερα ξενοδοχεία το αντιλαμβάνονται αυτό» σχολιάζει. Ωστόσο, στα επόμενα χρόνια, κάποιες μονάδες θα φύγουν από τα χέρια ξενοδόχων γιατί «δεν θα μπορούν να τις λειτουργήσουν στον ανταγωνισμό. Για κάποιους νεότερους αυτά είναι αυτονόητα».

(*)  Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο στο: tovima.gr