Επιπτώσεις της οικονομίας διαμοιρασμού και απώλειες δημόσιων εσόδων

Το μέγεθος της οικονομίας διαμοιρασμού στον τουριστικό κλάδο στη χώρα εκτιμάται σε € 1,71 δισ. με € 1,75 δισ. για το 2017, καταγράφοντας μια έντονα αυξητική τάση σε σχέση με το 2015 (ύψους ~9% κατά μέσο όρο ετησίως). Από το μέγεθος αυτό, το 50% περίπου αφορά τη δαπάνη για διαμονή και το 50% για λοιπές τουριστικές υπηρεσίες. Ένα μέρος του ποσού αυτού λειτουργεί συμπληρωματικά στο ξενοδοχειακό κλάδο, ενώ ένα άλλο είναι υποκατάστατο, μειώνοντας ουσιαστικά τα έσοδα των ξενοδοχείων.

Από τους σχετικούς υπολογισμούς προκύπτει ότι λόγω της οικονομίας διαμοιρασμού τα ξενοδοχειακά καταλύματα έχουν απώλεια στα έσοδά τους, μεγέθους ~ € 525 εκ. ετησίως, ενώ από την αγορά «χάνονται» 13.680 θέσεις εργασίας (μέσοι όροι άμεσης και έμμεσης μεθόδου για την εξεταζόμενη περίοδο) που θα είχαν δημιουργηθεί αν δεν υπήρχαν διαφυγόντα έσοδα στα καταλύματα. Αν τα έσοδα αυτά υπήρχαν στα ξενοδοχεία, τα δημόσια έσοδα θα ήταν αυξημένα κατά περίπου € 128 εκ. σε ετήσια βάση κατά μέσο όρο.

Η οικονομία διαμοιρασμού, όπως έχει αναφερθεί, λειτουργεί και συμπληρωματικά στην τουριστική αγορά. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση των συνολικών επιπτώσεών της χρειάζεται να λάβει υπόψη και την επίδραση του συμπληρωματικού μέρους. Πιο συγκεκριμένα, το συμπληρωματικό μέρος δημιουργεί στην οικονομία μία πρόσθετη τουριστική δαπάνη, που δεν θα υπήρχε χωρίς την οικονομία διαμοιρασμού. Το συμπληρωματικό αυτό μέρος ασκεί με τη σειρά του μια θετική επίδραση στα δημόσια έσοδα, καθώς οι λοιπές τουριστικές δαπάνες φέρουν φορολογική επιβάρυνση. Λαμβανομένου υπόψη του συμπληρωματικού μέρους των δαπανών αυτών και ενός σταθμισμένου ΦΠΑ που αυτές φέρουν, είναι δυνατό να εκτιμηθεί η θετική επίδραση της οικονομίας διαμοιρασμού στα δημόσια έσοδα σε επίπεδο ΦΠΑ.

Οι σχετικοί υπολογισμοί δείχνουν πως, εξαιτίας της οικονομίας διαμοιρασμού, σε ετήσια βάση η ξενοδοχειακή αγορά υφίσταται καθαρές απώλειες ύψους € ~ 525 εκ., οι υπόλοιποι τουριστικοί κλάδοι κερδίζουν € ~ 216 εκ. (λόγω συμπληρωματικού μέρους), ενώ τα καθαρά διαφυγόντα έσοδα του δημοσίου είναι € ~ 88 εκ. (απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω υποκατάστασης στη διαμονή [€ ~ 128 εκ.] μείον αναλογούν ΦΠΑ συμπληρωματικού μέρους για λοιπές υπηρεσίες [€ ~ 40 εκ.]). Σε περίπτωση δυνατότητας φορολόγησης όλων των εισοδημάτων που δημιουργεί η οικονομία διαμοιρασμού για διαμονή, με τους υφιστάμενους φορολογικούς συντελεστές, τα δυνητικά έσοδα θα ήταν για το δημόσιο € ~ 267 εκ.. Σε κάθε περίπτωση όμως το τελικό αποτέλεσμα για την οικονομία (απώλειες ξενοδοχείων συν καθαρά διαφυγόντα έσοδα δημοσίου μείον αποτέλεσμα συμπληρωματικού μέρους για λοιπές υπηρεσίες και δυνητικών εσόδων δημοσίου από φορολόγηση ενοικίων) είναι αρνητικό.

Έχοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά και δεδομένου του γεγονότος ότι η οικονομία διαμοιρασμού είναι μια νέα πραγματικότητα που δεν πρόκειται να περιοριστεί, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι βέβαια να βρεθεί κάποιος τρόπος να μειωθεί ο βαθμός υποκατάστασής της προς τα ξενοδοχεία, αλλά να υπάρξει μια κοινή φορολογική διαχείριση των δύο τομέων, δεδομένου ότι προσφέρουν το ίδιο πρακτικά προϊόν. Η προώθηση της φορολογικής ισότητας όχι μόνο θα περιορίσει (ή και θα εξαλείψει) τις απώλειες του δημοσίου αλλά θα αμβλύνει τη στρέβλωση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην αγορά και τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δημιουργείται μεταξύ της οικονομίας διαμοιρασμού και των ξενοδοχείων.

ΠΗΓΗ: «Η φοροδοτική δυνατότητα των ξενοδοχείων και δυνατότητα αξιοποίησης της οικονομίας του διαμοιρασμού για την φορολογική εξομάλυνση του κλάδου» Μελέτη του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος